Θύμιζε μέταλλο που σκούριασε.
Πες μου έναν μέταλλο που σκουριάζει δεν θυμάμαι κανένα.
Σαν καρφίτσα - μεταλλική όπως κατάλαβες - που φόραγαν στα ρούχα.
Ένα περιστέρι με ανοιγμένα τα φτερά. Κράταγε ένα λουλούδι στο ράμφος.
Δεν θυμάμαι το χρώμα του. Πράσινο νομίζω, με κόκκινο κοτσάνι και πέταλα. Το πουλί ήταν μοβ. Ακούς εκεί, μοβ περιστέρι. Κάποτε μου άρεσε. Μετά άρχισαν να βρέχουν την καρφίτσα μου μέχρι να σκουριάσει και να ξεχάσω το αφύσικα φυσικό χρώμα της.
Αργότερα την έβγαλα από την μπλούζα μου. Μην νομίζεις πως το ήθελα. Με έπεισαν ότι πρέπει να την κλείσω σε κουτί, σε καμία ρετρό μπιζουτιερα. Γιατί είναι ντεμοντέ η καρφίτσα αλλά και εγώ πολύ μεγάλη για να ανέχομαι την χρωματιστή φανταστική ελευθερία της. Δεν βλέπω βόες που έχουν καταπιεί ελέφαντες, δεν πρέπει. Βλέπω σύννεφα, γυναικεία σώματα και λόφους. Όχι, μην ανησυχείς, δεν πειράζει. Ούτως ή άλλως αυτό μου είπαν ότι επιτρέπεται.
Στην αρχή με πλήγωσε η απουσία της. Ήθελα να την νιώθω να βαραίνει το στήθος μου. Μετά βέβαια έμαθα χωρίς αυτήν, χωρίς τους ροζ ουρανούς και τις πράσινες θάλασσες, ύστερα την σνομπαρα, στο τέλος γέλαγα μαζί της. Το γκριζοκοκκινο χρώμα είναι πιο ρεαλιστικό, τα περιστέρια είναι άσπρα, γκρι και καφέ, τα λουλούδια σπάνια έχουν πράσινο άνθος ή κόκκινα φύλλα.
Καμιά φορά κλαίω.
Δεν ξέρω ποιος φταίει που όταν κλείνω τα μάτια μου όλα κυμαίνονται σε ορισμένα πλαίσια. Η γη είναι ο κόσμος, το σύμπαν ακόμα απρόσιτη πραγματικότητα, οι γοργόνες παραμύθια και τα φτερά για όσους ξεφεύγουν μέσα από ταράτσες ψηλών κτιρίων, πιλοτήρια αεροπλάνων ή κορυφές βουνών με αλεξίπτωτα. Για εκείνους που ανήκουν σε ψυχιατρεία.
Ας μιλήσουμε για μαριονέτες και παιχνίδια τώρα.
Ο Πινόκιο στον τοίχο μου χαμογελαει.
Κάποτε έπιανα τα σχοινάκι του και γύρναγα σε όλο το σπίτι κάνοντας ότι περπατάει.
Μετά έμαθα τι εστί θρίλερ.
Τι θυμίζουν οι μαριονέτες στην κινηματογραφική βιομηχανία.
Περιττό να σου πω πόσο φοβάμαι τις ταινίες τρόμου.
Περιττό να σου πω σε τι μετατράπηκε το χαμόγελο.
Γιατί η πορσελανινη κούκλα μου;
Είχες πότε τέτοια; Εγώ φρόντισα να την κρύψω.
Έχεις διαβάσει Δον Κιχώτη;
Κρίμα. Αν τον είχες διαβάσει θα αγαπούσες λίγο πιο πολύ τους τρελούς.
Τρελούς είπα; Αα ναι σωστά. Για τον κόσμο αυτή η ευτυχία είναι επικίνδυνη.
Πως μπορώ να είμαι σίγουρος ότι ο ιππότης του καλού δεν θα σφάξει κόσμο;
Τέλος, δεν το συζητώ. Το Δαφνί είναι η καλύτερη επιλογή για εκείνον.
Ξέρεις γιατί τρελαίνεται ο κόσμος;
Γιατί δεν τον αφήνουν να τρελαθεί μικρός.
Τα κόκκινα γουρούνια είναι προϊόν φαντασίας.
Ναι ναι, μην κομπλάρεις, προϊόν.
Δεν το ' μαθες ακόμα; Στις μέρες μας όλα προϊόντα είναι.
Ξέρεις γιατί πότε -πότε δεν κοιμάμαι τα βράδια;
Γιατί Περιορίζομαι.
Κρίνουν τα μικρά μου σπασμένα φτερά και το πετάρισμα τους. Είναι που πρέπει να είναι κομμένα.
Κρίνουν το κολύμπι σε φούξια και χρυσές λίμνες.
Πρέπει να κολυμπώ καλά στις γαλάζιες, εκεί τα μακροβούτια αξίζουν.
Χριστέ μου περιορίζομαι. Ποτέ μου δεν το κατάλαβα όπως τώρα.
Τα επιπλέον είναι υπερβολικά πολλά, τα μέτρια όμως λίγα.
Με εγκλώβισαν και δεν μπορώ να ελευθερωθώ.
Δεν μπορώ να σου πω να προσέχεις μην τυχόν και φυλακιστείς.
Γιατί δυστυχώς, αναπόφευκτα, θα σε εγκλωβίσουν και εσένα.
Σάββατο 23 Ιανουαρίου 2016
Μικρός Πρίγκιπας
Τετάρτη 6 Ιανουαρίου 2016
Η πάντα γνωστή
Αυτή. Η κοινή σε κάθε τέτοια περίπτωση.
Η ίδια θλίψη, οι κάποτε λυγμοί.
Τώρα βουβή.
Η όμοια αίσθηση. Ο φόβος της μη επιστροφής.
Το ξεχασμένο βιβλίο, αυτό που ποτέ δεν διάβασα.
Το βάρος στο στήθος, ο πνιγμός,
Η δύσπνοια.
Ο ήχος της μηχανής του αυτοκινήτου στον άδειο δρόμο.
Η πρώτη όψη της χειμερινής ανατολής, μεθυσμένη, παραμιλώντας.
Τα φωτισμένα καντούνια, τα βουβά στενά.
Η θολούρα στο τζάμι, το σε σειρά ημίφως στην εθνική.
Οι σταγόνες στο παράθυρο και η καψα στο τζάκι.
Η ανάμνηση του ξημερώματος που θύμιζε κόκκινο ποταμό.
Ο ήχος της μισό-ξεχασμένης, ίσως ψιλοεύθυμης blues στο ραδιόφωνο. Το αγαπημένο jazz κομμάτι, το μόνο που ξέρω,
Εκείνο που με κάνει να θέλω να κάνω την μουσική του είδος μου.
Το βασικό του rock n’ roll στο άδειο σαλόνι.
Το γέλιο και το κλάμα.
Η από πριν γνώση του ότι θα ‘ρθει.
Η αγχωμένη ανάσα.
Η κυκλοθυμία μου.
Ο πολύ ήσυχος, σιωπηλός μου φόβος, αυτός της τελευταίας φοράς.
Ο φοβισμένος, μισό- μπερδεμένος, αποτυχημένος ιδιωματισμός, προσπάθεια αποχαιρετισμού.
Η μουσική της καντάδας, εκείνης που δεν ξεχνιέται, εκείνης που έχει αντικαταστησει τις άλλες,
εκείνες που ούτως ή άλλως δεν γνωρίζουμε.
Το “απόψε την κιθάρα μου ” για την κιθάρα που δεν έχω.
Αυτή είναι. Να τη. Νομίζω μου μιλά.
Σε ξέρω θλίψη και οργή. Και δάκρυ ε;
Έχεις καιρό να ρθεις σαν δάκρυ.
Έχεις καιρό να γίνεις πόνος.
Σε θυμάμαι από πάντα στεναχώρια μου.
Ήσουν εκεί τα τελευταία δώδεκα χρόνια.
Νομίζω πως τώρα είσαι χειρότερη.
Γιατί είσαι αδύναμο, σταθερό, αδιάκοπο σφίξιμο
Εδώ και σχεδόν τέσσερις μέρες.
Και τους τελευταίους μήνες η επιστροφή δεν παρηγορεί και τόσο.
Και η πρώην γκρίνια γίνεται μισητή.
Την μετανιώνω.
Αχάριστη Έλενα.
Για αυτό δεν είσαι εδώ;
Για να μου θυμισεις πόσο αχαριστη είμαι;
Εντάξει το κατάφερες.
Κάθε προηγούμενη νύχτα το θυμάμαι.
Σε κάθε διάλογο, ανέκδοτο ή γέλιο.
Σε κάθε τραγούδι κι βροχή.
Αυτή λοιπόν.
Οι στίχοι του Σολωμού και του Κάλβου στο ταβάνι.
Το κύμα, η κατάμαυρη θάλασσα.
Ο πνιχτος καπνός.
Η σειρά από τα φώτα στο βάθος.
Αυτή. Η πάντα γνωστή μου κατάθλιψη.