Φοβάμαι. Φοβάμαι τα όμορφα που δεν μπορώ να κρατήσω και φεύγουν γρήγορα, και χάνονται, και το μόνο που αφήνουν είναι τα υπολείμματα τους, θραύσματα μιας ουτοπικής ιδέας. Φοβάμαι την πολιτεία του τρόμου, την μαγνητοφωνημένη φωνή, τις χορδές που εκπέμπουν ήχους και άναρθρες κραυγές με ελεγχόμενη ένταση, ρυθμό και περιεχόμενο. Φοβάμαι τα μάτια που ξεχνάνε να κλείνουν, που αδυνατούν να απαγορεύσουν στο κακεντρεχές φως να με φτάσει , και αφήνουν το ψύχος του , το από λιγοστούς επιλεγμένο νόημα που μέσα στην διαστρέβλωση εξυπηρετεί, κοροϊδεύει, αρέσει, πληγώνει, γελά και υποδουλώνει, να μπει και να διαπεράσει. Και έχει μορφή που παραπλανεί και που συμφέρει. Όψη που απορροφάται και απορροφά σαν νερό που αναμειγνύει κάθε άλλη ουσία, στερεή και υγρή, και την κάνει να χάνεται, και αυτή και κάθε υπόνοια νοήματος. Και σαν σφουγγάρι που ότι θέλει να φύγει αποβάλλεται με μια κίνηση του μυ. Φοβάμαι την ελευθερία που από υπέρτατη αξία και αέρας που αναπνέεις άλλαξε. Την κάνανε ύλη και την κάψανε. Φοβάμαι να φωνάξω γιατί δεν θέλω η φωνή μου να ακουστεί σαν επουσιώδες ουρλιαχτό. Δεν μπορώ τους λαρρυγισμούς, αυτό είναι. Η γνωστή όμως υπερβολή μου τελικά θα με κάνει να αποφεύγω τον λόγο. Φοβάμαι την κίνηση γιατί καθημερινά αποδεικνύεται ότι γίνεται συνήθεια, και η συνήθεια η μοίρα που δεν θα μπορώ να ελέγξω. Όλοι τρομάζουν στην ιδέα της αλήθειας κι της ελευθερίας γιατί είναι εύκολο να αποδίδουν την ευθύνη του γιατί η ζωή τους είναι μίζερη, στην στέρηση τους. Εγώ τρομάζω στην ιδέα της αναμονής, το περίμενε του χρόνου να κυλήσει, το αναποδογύρισμα της κλεψύδρας για το να οριστεί το πώς θα ζήσω και για πόσο, το από ποιον, το γιατί και το πότε. Το αν επιθυμώ να την λήξω, εγώ, η απροσεξία μου ή ο οργανισμός μου και με ποιον τρόπο.
Θέλω να μην τα φοβάμαι όλα αυτά, θέλω να μην ακυρώνω το πλάνο, τον στόχο και το όνειρο. Θέλω να μην αισθάνομαι ένα χέρι στον λαιμό και στο στόμα που να με εμποδίζει να μιλήσω και που μου στερεί αυτήν την ανάσα του αέρα - ελευθερίας. Που δεν με αφήνει να καταπιώ την τροφή για σκέψη. Πεθαίνει η σκέψη. Πεθαίνει από την πείνα και την δίψα, λιμοκτονεί. Είναι ένα λουλούδι που θέλει φως και του του το κρύβουν καλύπτοντας τον ήλιο με πυκνά πέπλα ψεμάτων, καθησυχασμού και εφήμερης ηρεμίας. Δεν έχουμε ίχνος ντροπής. Δεν υπάρχει ίχνος απελπισίας μπροστά στην αδιόρατη κυριαρχία του φόβου και το ρίζωμα του πόνου. Είναι τραγικό το πόσο χρόνο αφήνουμε να χαθεί και άλλον να μην κυλήσει ποτέ. Είναι απίστευτο το πώς ύλη που εκρύγνηται διαλύει κάθε τι άυλο. Αν και άκρα αντίθετα, έχουν επάλληλες καταστροφές. Εξαφανίζονται μαζί γιατί κρίμα, ο νους δεν μπορεί να συλλάβει την ιδέα αν δεν συνοδεύεται από ύλη. Η καταστροφή της ύλης σου είναι η καταστροφή του μεταφορικού. Και κάποιοι λένε, αιώνες τώρα, ότι χωρίς μεταφορικό δεν πας πουθενά.
Κάποιες φορές, πολύ συχνά, το μόνο πράγμα που δεν φοβάμαι είναι ο εαυτός μου. Γιατί ξέρω πως όταν έχεις επίγνωση της άγνοιας παύεις και να αγνοείς. Και αν τουλάχιστον ξέρεις τι σου γίνεται, τότε είναι θέμα χρόνου να μάθεις να παλεύεις και να ακούγεσαι, χωρίς να σε εμποδίζουν τα όπλα τους και ο κρότος τους. Είναι θέμα χρόνου να μάθουν τα μάτια σου να διαπερνούν την εικόνα και να βλέπουν από μέσα και το μυαλό να δημιουργεί λαβυρίνθους, που όμως να σε οδηγούν. Είναι θέμα χρόνου τα χέρια να βρουν την μουσική και το χρώμα ή την πένα που θα μιλήσει για την ψυχή σου χωρίς να υπάρχει εμπόδιο. Αν όντως το θέλεις και το νιώθεις θα επαναστατήσεις στο μαρτύριο που σου προξενεί η ρουτίνα και η μουντή σιωπή. Θα διαταράξεις τα ακίνητα, τα μόνιμα αμετάβλητα νερά και θα δημιουργήσεις ρεύμα για να χαθεί η παθητικότητα. Θέλω να πάψω να φοβάμαι και κάθε μου ανησυχία να διαψευθεί. Τουλάχιστον όμως είναι θέμα χρόνου να βρεθεί το νόημα και να στερεοποιηθεί η ουσία. Και ας αλλοιώνεται . Και ας φεύγει.
Τρίτη 29 Δεκεμβρίου 2015
Η κυριαρχία των φόβων
Παρασκευή 25 Δεκεμβρίου 2015
Παράδεισος ουσίας
Θέλω να σπάσω αυτήν την σιωπή. Ο φόβος που μου προκαλεί με παραλύει και οι πνιχτοί της θόρυβοι γεμίζουν το μυαλό μου με κάτι που θυμίζει τρελά. Δεν θέλω όμως φασαρία. Και η φασαρία σιωπή κρύβει. Φυλάει καλά καλυμμένα τον τρόμο για το σκοτάδι που απλώνεται όταν χάνεται κάθε ήχος και ουσία. Πίσω από την κουρτίνα των λαρυγγισμών βρίσκονται τα λόγια που δεν ειπώθηκαν ποτέ και έμειναν για πάντα κλειδωμένα, και οι ψυχές, που δεν άντεξαν το βάρος αυτών των ανείπωτων λέξεων κι έβγαλαν φτερά ψάχνοντας για τον παράδεισο. Και οι καρδιές εκείνες που μαύρισαν από την θλίψη για εκείνα που δεν άκουσαν και που δεν θα μπορέσουν πότε να ακούσουν - τουλάχιστον πότε από το στόμα που θέλουν. Γιατί ο καθένας μας πάει στον δικό του παράδεισο και τον ψάχνει με άλλον τρόπο. Και δεν μπορούν να ψάξουν τις ψυχές που τους λείπουν στον δικό τους, γιατί εκείνες, ατοφιες όπως είναι, και όχι όπως οι άλλοι θα ήθελαν ή φαντάζονταν πώς είναι, έχουν πάει αλλού. Στον δικό τους. Ή τουλάχιστον έτσι ελπίζουν. Έτσι ελπίζουμε για να πονάει λιγότερο. Ίσως για αυτό να μισώ τόσο την φασαρία. Μου θυμίζει όλα όσα δεν είπα και όσα ποτέ δεν θα πω. Τις λέξεις που μαζεύονται κάνοντας χώρο στις καινούργιες που έρχονται και συσσωρεύουν. Μα πάνω από όλα μου θυμίζει την σιωπή που τα περιέχει όλα αυτά μαζί - και την φασαρία, τον αντίλαλο των φωνών που πνίγονται από την θλίψη, τις ταξιδιάρες ψυχές και την μεγάλη αλήθεια ότι ο παράδεισος δύο ψυχών, δύσκολα -σχεδόν ποτέ - συμπίπτει. Και ακόμα και αν η φασαρία σπάει τουλάχιστον την αμηχανία της σιωπής με τον θόρυβο, καταλήγω πάντα στο ίδιο συμπέρασμα: σιωπή και φασαρία είναι πανομοιότυπα και απαράλλαχτα, όχι εξ ορισμού και από πάντα, αλλά επειδή αυτά που θα τα έκαναν να διαφέρουν και να σημαίνουν έχουν χαθεί, όπως και να γίνεται αντιληπτό για τον καθένα ξεχωριστά αυτό.
Θέλω μία σιωπή που να μιλάει και να νιώθω τις λέξεις της να με αγγίζουν, γνωρίζοντας πώς να απαλύνουν τις πληγές μου. Θέλω μία φασαρία με μορφή και αλληλουχία και βλέμματα που να λένε, αλλά παρόλα αυτά ό,τι είναι ανάγκη να ακουστεί, να ειπωθεί πρώτα με το στόμα, και ύστερα αν αποτύχει έτσι, με τα μάτια. Θέλω χρώμα, ένα τραγούδι από τονισμούς παλέτας, τον ρυθμό που μου θυμίζει ηλιοβασίλεμα. Θέλω να σπάσω τον θόλο από τους καπνούς των τσιγάρων και τα χνώτα στον καθρέφτη, γιατί μου δείχνει το είδωλό μου παραμορφωμένο κι δεν με αφήνει να κοιτάξω καθαρά στο βάθος. Θέλω το εφήμερο να χάσει την αξία του, εκτός και αν αυτό το εφήμερο είναι ένα τώρα που κρατάει. Αν είναι έτσι τότε ας μείνει για να μπορώ να στρέφω το βλέμμα σε αυτό στα δύσκολα και να μου θυμίζει πώς αυτό ήταν μια τελευταία ανάμνηση μιας καλής και όμορφης στιγμής. Θέλω να κοιτάω σε ένα μέλλον που δεν με εγκλωβίζει αλλά αγκαλιάζει κάθε μου παρόν. Θέλω έναν επίγειο παράδεισο και ένα μου όνειρο, ένα ποτήρι νερό και μια παλέτα. Όχι πινέλο όμως. Τον δικό μου παράδεισο, αυτόν τον εδώ και τώρα, θέλω να το φτιάξω ξεκάθαρα με τα χέρια μου σε έναν τοίχο, έτσι που καμιά βροχή δεν θα μπορεί να τον σβήσει. Και σας παρακαλώ μην έρθετε την μαύρη σας μπογιά να τον καλύψετε. Ή μάλλον έλατε. Εμπιστεύομαι την δύναμη του τόσο πολύ ώστε να ξέρω ότι θα αχνοφαίνεται ακόμα και κάτω από τα πέπλα σας, τους καταρράκτες του υποτιθέμενου φωτός σας. Αλλά ακόμα και αν χαθεί, εγώ θα τον ξαναφτιάξω.
Ξέρω πως ο παράδεισος μου θα είναι διαφορετικός των άλλων, όπως και εκείνων από τον δικό μου και των υπολοίπων. Όσο μαγευτικό και αν είναι τόσο μου θυμίζει ότι κάποιοι δεν θα θελήσουν να μπουν. Δεν υπάρχει κάποιο λεωφορείο 9 για τον παράδεισο. Και δεν έχω μάθει αυτό να με χαροποιεί. Ξέρω πως άλλους θα τους προσθέτω όπως εγώ θέλω να τους θυμάμαι, ερωτευμένη με την ιδέα του ωραίου που πιθανότατα δεν υπάρχει. Εκείνοι θα έχουν φτιάξει τους δικούς τους, ήδη έτοιμους όπως ελπίζουν παραδείσους, κάπου αλλού όπου δεν θα υπάρχει σημείο τομής με τον δικό μου. Τουλάχιστον όμως ξέρω πως στον δικό μου θα υπάρχει επαναλαμβανόμενο ηλιοβασίλεμα και θα μπορώ να πιάνω τα χρώματα του και να τα διασκορπάω παντού, σε μια μόνιμη έκρηξη χρωμάτων. Θα υπάρχει μια σιωπή και μια φασαρία ξεχωριστά και όπως θέλω να είναι, και μια άφθαρτη ουσία κι στερεή, ακάλυπτη και όμορφη. Ίσως σιγά σιγά να μάθω να αποδέχομαι ότι οι αγάπες, παλιές και νέες, πάνε στον μοναδικό τους παραδεισο. Και ευτυχώς, θα με κάνω ένα από εκείνους που ξέρουν πώς να ζωγραφίζουν τους τοίχους, με τα χέρια, ψάχνοντας.
Σάββατο 19 Δεκεμβρίου 2015
Let go
Nothing but void,
This is what it felt.
A syringe lying on the floor,
A devastated and intoxicated, wingless girl.
A fight - a struggle between life and death, against the collapsed pieces of hearts so full of phobias.
And cold- so much snow for a city like Athens,
for a Christmas eve like that one of 1985.
Tears, black and painful and hot.
A phrase hanging in the air,
" I 'm a bird, I grow wings, I break my cage and fly".
A body, lying down the pavement, not feeling the cold anymore.
An empty balcony and a soul,
Flying.