Θέλω να σπάσω αυτήν την σιωπή. Ο φόβος που μου προκαλεί με παραλύει και οι πνιχτοί της θόρυβοι γεμίζουν το μυαλό μου με κάτι που θυμίζει τρελά. Δεν θέλω όμως φασαρία. Και η φασαρία σιωπή κρύβει. Φυλάει καλά καλυμμένα τον τρόμο για το σκοτάδι που απλώνεται όταν χάνεται κάθε ήχος και ουσία. Πίσω από την κουρτίνα των λαρυγγισμών βρίσκονται τα λόγια που δεν ειπώθηκαν ποτέ και έμειναν για πάντα κλειδωμένα, και οι ψυχές, που δεν άντεξαν το βάρος αυτών των ανείπωτων λέξεων κι έβγαλαν φτερά ψάχνοντας για τον παράδεισο. Και οι καρδιές εκείνες που μαύρισαν από την θλίψη για εκείνα που δεν άκουσαν και που δεν θα μπορέσουν πότε να ακούσουν - τουλάχιστον πότε από το στόμα που θέλουν. Γιατί ο καθένας μας πάει στον δικό του παράδεισο και τον ψάχνει με άλλον τρόπο. Και δεν μπορούν να ψάξουν τις ψυχές που τους λείπουν στον δικό τους, γιατί εκείνες, ατοφιες όπως είναι, και όχι όπως οι άλλοι θα ήθελαν ή φαντάζονταν πώς είναι, έχουν πάει αλλού. Στον δικό τους. Ή τουλάχιστον έτσι ελπίζουν. Έτσι ελπίζουμε για να πονάει λιγότερο. Ίσως για αυτό να μισώ τόσο την φασαρία. Μου θυμίζει όλα όσα δεν είπα και όσα ποτέ δεν θα πω. Τις λέξεις που μαζεύονται κάνοντας χώρο στις καινούργιες που έρχονται και συσσωρεύουν. Μα πάνω από όλα μου θυμίζει την σιωπή που τα περιέχει όλα αυτά μαζί - και την φασαρία, τον αντίλαλο των φωνών που πνίγονται από την θλίψη, τις ταξιδιάρες ψυχές και την μεγάλη αλήθεια ότι ο παράδεισος δύο ψυχών, δύσκολα -σχεδόν ποτέ - συμπίπτει. Και ακόμα και αν η φασαρία σπάει τουλάχιστον την αμηχανία της σιωπής με τον θόρυβο, καταλήγω πάντα στο ίδιο συμπέρασμα: σιωπή και φασαρία είναι πανομοιότυπα και απαράλλαχτα, όχι εξ ορισμού και από πάντα, αλλά επειδή αυτά που θα τα έκαναν να διαφέρουν και να σημαίνουν έχουν χαθεί, όπως και να γίνεται αντιληπτό για τον καθένα ξεχωριστά αυτό.
Θέλω μία σιωπή που να μιλάει και να νιώθω τις λέξεις της να με αγγίζουν, γνωρίζοντας πώς να απαλύνουν τις πληγές μου. Θέλω μία φασαρία με μορφή και αλληλουχία και βλέμματα που να λένε, αλλά παρόλα αυτά ό,τι είναι ανάγκη να ακουστεί, να ειπωθεί πρώτα με το στόμα, και ύστερα αν αποτύχει έτσι, με τα μάτια. Θέλω χρώμα, ένα τραγούδι από τονισμούς παλέτας, τον ρυθμό που μου θυμίζει ηλιοβασίλεμα. Θέλω να σπάσω τον θόλο από τους καπνούς των τσιγάρων και τα χνώτα στον καθρέφτη, γιατί μου δείχνει το είδωλό μου παραμορφωμένο κι δεν με αφήνει να κοιτάξω καθαρά στο βάθος. Θέλω το εφήμερο να χάσει την αξία του, εκτός και αν αυτό το εφήμερο είναι ένα τώρα που κρατάει. Αν είναι έτσι τότε ας μείνει για να μπορώ να στρέφω το βλέμμα σε αυτό στα δύσκολα και να μου θυμίζει πώς αυτό ήταν μια τελευταία ανάμνηση μιας καλής και όμορφης στιγμής. Θέλω να κοιτάω σε ένα μέλλον που δεν με εγκλωβίζει αλλά αγκαλιάζει κάθε μου παρόν. Θέλω έναν επίγειο παράδεισο και ένα μου όνειρο, ένα ποτήρι νερό και μια παλέτα. Όχι πινέλο όμως. Τον δικό μου παράδεισο, αυτόν τον εδώ και τώρα, θέλω να το φτιάξω ξεκάθαρα με τα χέρια μου σε έναν τοίχο, έτσι που καμιά βροχή δεν θα μπορεί να τον σβήσει. Και σας παρακαλώ μην έρθετε την μαύρη σας μπογιά να τον καλύψετε. Ή μάλλον έλατε. Εμπιστεύομαι την δύναμη του τόσο πολύ ώστε να ξέρω ότι θα αχνοφαίνεται ακόμα και κάτω από τα πέπλα σας, τους καταρράκτες του υποτιθέμενου φωτός σας. Αλλά ακόμα και αν χαθεί, εγώ θα τον ξαναφτιάξω.
Ξέρω πως ο παράδεισος μου θα είναι διαφορετικός των άλλων, όπως και εκείνων από τον δικό μου και των υπολοίπων. Όσο μαγευτικό και αν είναι τόσο μου θυμίζει ότι κάποιοι δεν θα θελήσουν να μπουν. Δεν υπάρχει κάποιο λεωφορείο 9 για τον παράδεισο. Και δεν έχω μάθει αυτό να με χαροποιεί. Ξέρω πως άλλους θα τους προσθέτω όπως εγώ θέλω να τους θυμάμαι, ερωτευμένη με την ιδέα του ωραίου που πιθανότατα δεν υπάρχει. Εκείνοι θα έχουν φτιάξει τους δικούς τους, ήδη έτοιμους όπως ελπίζουν παραδείσους, κάπου αλλού όπου δεν θα υπάρχει σημείο τομής με τον δικό μου. Τουλάχιστον όμως ξέρω πως στον δικό μου θα υπάρχει επαναλαμβανόμενο ηλιοβασίλεμα και θα μπορώ να πιάνω τα χρώματα του και να τα διασκορπάω παντού, σε μια μόνιμη έκρηξη χρωμάτων. Θα υπάρχει μια σιωπή και μια φασαρία ξεχωριστά και όπως θέλω να είναι, και μια άφθαρτη ουσία κι στερεή, ακάλυπτη και όμορφη. Ίσως σιγά σιγά να μάθω να αποδέχομαι ότι οι αγάπες, παλιές και νέες, πάνε στον μοναδικό τους παραδεισο. Και ευτυχώς, θα με κάνω ένα από εκείνους που ξέρουν πώς να ζωγραφίζουν τους τοίχους, με τα χέρια, ψάχνοντας.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου