Αθήνα , πόλη αντίθεση ,
Φτιαγμένη μέσα από την μελαγχολία και την θλίψη
Συσσώρευση και εγκλεισμός των μόνιμα μαχόμενων ψυχών ,
Ομορφιά
Για την ευτυχία που φτιάξανε
Οι κήποι και τα λουλούδια των νοσταλγικών ,
Οι αγαπημένοι στίχοι των οραματιστών ,
Οι ζωγραφιές στους τοίχους των ονειροπαρμένων ,
Η λάμψη στα μάτια των ερωτευμένων .
Αθήνα ,
Εγκαταλελειμένη μέσα στην αδιαφορία και την ιδιοτέλεια ,
Υποτιμημένη έκρηξη χρωμάτων
Καθώς βλέπουν μονάχα γκρι και όχι τους διαφορετικούς σου τόνους
Αστείρευτος ενθουσιασμός είσαι ,
Για τα ηλιοβασιλέματα
Από τον Υμηττό και τις ταράτσες σου .
Χρώματα
Που κάνουν τον αέρα ασφυκτικά όμορφο και άσχημο ταυτόχρονα ,
Σκόνη αιωρούμενη
Οι σκέψεις των εκατομμυρίων σου ,
Αθήνα
Χάνεται κάποτε το θολό μωβ φως σου
Επειδή θα'θελαν
Να ήσουν αψεγάδιαστη .
Αθήνα ,
Οι άνθρωποι .
Κυριακή 22 Μαΐου 2016
Αθήνα
Σάββατο 21 Μαΐου 2016
Κάτι από τα μεταμεσονύχτια "σάμπως "
" Σάμπως όμως η θλίψη δεν είναι ο παρακινήτης της χαράς ; Η κινητήρια δύναμη που ωθεί τον άνθρωπο στον άνθρωπο , το συναίσθημα στο συναίσθημα , την αγάπη στον φοβισμένο , τον δυνατό στον πληγωμένο , την βοήθεια στον αβοήθητο; Σάμπως αυτή η μελαγχολία η αυξανόμενη δεν είναι το σπρώξιμο στην δημιουργία , μία αστείρευτη πηγή έμπνευσης ; Σάμπως αυτό το μπέρδεμα δεν με έριξε με μεγαλύτερο πάθος σε μία αγκαλιά , με μεγαλύτερη ανάγκη στην φωνή του αδερφού μου , με περισσότερη ενέργεια στις σελίδες και τα πινέλα ; ( Σάμπως δεν είναι περιοριστικό να θεωρούμε μοναχά τον πόνο , έμπνευση και δύναμη για την ανθρώπινη δημιουργία ; Σάμπως όμως , τελικά , δεν είναι τουλάχιστον , η ώθηση για το εντονοτερο ανθρώπινο άγγιγμα ;
Κυριακή 15 Μαΐου 2016
Κάπου στην μεταφορική αδράνεια
Είδες το σκίρτημα ;
Δεν ήταν ευχάριστο .
Άρχισα τις αναπνοές πάλι .
Μη με ρωτάς δεν ξέρω .
Ήθελα απλά να καταλάβεις τι εννοούσα όταν σου λεγα για αυτό.
Αν με ρωτήσεις τι είναι δεν θα έχω τι να σου πω .
Μελαγχολία που ήταν βαρεμάρα και κούραση , που έγινε άγχος , που έγινε ανασφάλεια , που έγινε φόβος , πανικός .
Ηρέμησα μετά , πήρα ένα βιβλίο και διάβασα , για να επικεντρωθώ και στην πραγματικότητα .
Ήθελα να δω τι είναι , αν είναι σοβαρό .
Το μόνο που κατάφερα είναι να καταλάβω οτι κάποτε ακούγεται χειρότερο
Και άλλοτε κάπως πιο ελαφρύ και ανούσιο .
Ίσως να φταίει που τα δένω όλα κόμπο ,
Που ξέρω να υπερβάλλω , να τρομάζω ,
Να γίνομαι απλώς γραφική , να εξαντλώ .
Με πείθω ότι φταίει ο Κάσσιος , ο cum και οι λανθάνοντες υποθετικοί
όταν είναι και δεν είναι
και λίγο πολύ με καταβάλλουν οι άνθρωποι
και κάπως οι σκέψεις φόβου που τους συνοδεύουν .
Είναι βαρετό να μιλά κανείς για πράγματα που προκαλεί μόνος του ε ;
Δεν χρειάζεται να το αρνείσαι .
Στο κάτω-κάτω έχω επιλογή.
Είναι σαν κανόνες που τους λες μέχρι να πείσεις τον εαυτό σου ότι είναι απόφαση και όχι καταπίεση, ότι είναι αλήθειες της ψυχής σου , αμετάβλητες .
Μην αφήνεις κάθε συναίσθημα να ανθοφορεί μέσα σου όσο και αν θέλεις ,
Παύε να χάνεσαι ,
Απόβαλε κάθε απαισιόδοξο ρεαλισμό ,
Μα και κάθε, ωστόσο, ρομαντισμό και αισιοδοξία ,
Στοιχεία των ονειροπαρμένων .
Εδώ πείστηκαν οι υπόλοιποι και έγιναν , τι σε κάνει να πιστεύεις ότι δεν θα γίνεις και εσύ;
Σκέψου επιφάνεια , σκέψου ασφάλεια , παρα τις αναταραχές και τις φουρτούνες , αναπνοή .
Μην υπεραναλύεις και υπερανάλυε
Μείωσε τα πάντα, όπως συχνά κάνεις και με σένα την ίδια , ρίξε και ανθρώπους και ενοχή και τελειότητα ,
Και λάθος και σωστό ,
Και πόνο ορθό μακρια από επετείες
Και αποτέλεσμα και φόβο .
Μην ψάχνεις άλλο να βρεις τι από όλα δεν είναι αρκετό
Και τι σου λείπει και πού βρίσκεται -ξέχνα τα όλα .
Τι είναι όμως βασικότερο; Σταμάτα να σκέφτεσαι τα προηγούμενα , και μην τα κάνεις πράξη ποτέ .
Καινούργια ζάλη
Είναι μερικά βράδια που χάνομαι .
Με κατακλύζουν σκέψεις χωρίς σαφή προσδιορισμό .
Απλά έχεις ανάγκη να αφήσεις το μυαλό σου να τρέξει ,
Να ξεφύγει από τα προκαθορισμένα πλαίσια ,
Ουσία ανούσια , άνευ νόηματος ,
Με την μεγαλύτερη ωστόσο σημασία , την εντονότερη , ισχυρότερη ροή .
Σου έχει τύχει ;
Βοηθά . Όταν ζαλίζεσαι , τότε το να στροβιλιστείς αντίθετα γύρω απ ' τις σκέψεις σου και τον εαυτό σου είναι το μόνο που σε επαναφέρει . Έχεκς ανάγκη και λόγη τρέλα ε;
Μην φοβάσαι , δεν βλάπτει , κάτι ξέρουν και τρελαίνονται οι τρελοί .
Είναι μερικά βράδια που χάνομαι .
Εκείνες τις νύχτες όλα μέσα μου τρέμουν .
Τίποτα δεν έχει λογική .
Επαναλαμβάνεται στο μυαλό μου αδιάκοπα
Η πιθανή απόλυτη συντριβή .
Είναι τόσο έντονη , αυθόρμητη και συνεχής , λες και με ελκύει .
Κάθε φορά καινούργια , διαφέρει σε βαθμό και υπερβολή από την προηγούμενη
προ δευτερολέπτων εκδοχή της .
Αν σου συμβεί, τότε πρόσεχε .
Να τις φοβάσαι εκείνες τις ώρες .
Ξεχνάς να γυρίσεις από την άλλη και να περιστραφείς κανονικά .
Τότε ζαλίζεσαι και πέφτεις .
Εκείνες τις ώρες η πτώση δεν έχει τέλος
Και συνειδητοποιείς
Ότι κάνουν λάθος οι τρελοί και τρελαίνονται
Και ξέρουν που φωνάζουν ,
Γιατί αβάσταχτη τελικά
Είναι συχνότερα η βαρύτητα ,
Το φορτίο του να επαναλαμβάνεται ατέρμονα και αναπάντητα
Ένα απροσδιόριστο σύμπαν .
Πες μου ποιον φόβο αγάπησες πάλι;
Στιγμή κατακλυσμού
Είδα ακροδάκτυλα που στάζαν χρυσόσκονη και αποχρώσεις
Σκοτάδι ,
Και όλη η λάμψη εκεί,
σε αυτά τα χέρια που τρίβανε χρώμα ολόγυρα
στο χάος του απόλυτου σκότους και της ανυπαρξίας ,
χρώμα σε κάθε του μορφή,
Χρώμα σε σκόνη , νερό , αέρα και μπογιά ,
Ακόμα και χρώμα σε μαντήλια και άνθη και λέξεις .
Και έφτιαχνε κόσμο το χρώμα και η λάμψη του ,
έφτιαχνε ουσία και συναίσθημα ,
τίποτα που να' ναι ύλη ,
μία ανύπαρκτη διάσταση ,
Μία επιπλέον
Ή και λιγότερη ,
Κάτι που λείπει από ο,τι υπάρχει γύρω μου .
Φτιάχνει την θλίψη κόκκινη ο χίμμαρος αυτός ,
Να 'ναι βίαιη , δυναμική και με ένταση ,
ίσως και αβάσταχτα αισιόδοξη
Κάτι μικρό απο επανάσταση και κίνημα .
Φτιάχνει έναν κόσμο ολόιδιο
Φτιάχνει ομοίωμα ,
Ένα μικρό άπειρο πνευματικής υπόστασης
μία ανέλεητη πομπή συναισθημάτων
Η ανυλοπόγιστη αξία των ψυχών .
Εκεί θυσιάστηκα λοιπόν ,
Στο χρώμα που είδα
Στις αόρατες λέξεις του .
Τρίτη 3 Μαΐου 2016
Μαύρη - ασημί μελαγχολία μου
Μην αφήσεις την μελαγχολία της στιγμής να χαθεί.
Μην αφεθείς στην νύστα σου ρισκάροντας να ξεχάσεις το πρωτόγνωρο συναίσθημα της πιο ευχάριστης θλίψης που θα τύχεις πότε .
(Σου ) γράφω πάλι απ ' ανάγκη , η ώρα πέντε το πρωί .....
Ήταν στο ραδιόφωνο , 5:20 -5:30 , ο Σιδηρόπουλος , γνωστή μελαγχολία στην φωνή , αράδιασε τις λέξεις του με τον πιο ευχάριστο τρόπο .
Εκτός και αν τα περπατήσεις .
Τότε μάλλον πολλαπλασιάζεται , μετατρεπόμενη σε απρόσμενη χαρά,
Φυσικά και δεν κατέβηκα από το αυτοκίνητο .
Δεν έχω λυτρωθεί .
Τελευταία δεν λυτρώνομαι , αφήνομαι και προσπαθώ να κρατηθώ.
Αφήνομαι προσπαθώντας να κρατηθώ, να πιαστώ.
Νιώθω όμορφα για τις έξι μέρες που πέρασαν , όχι επείδη ήταν όμορφα στην διάρκεια τους , αλλά επείδη δόθηκα .
Δόθηκα στα χέρια τους . Ημερών και ανθρώπων.
Γλίστρησα από τα δεσμευτικά.
Και τώρα , που πήγε έξι παρά και ο ουρανός φωτίζεται , δεσμεύομαι από το φως της μέρας .
Η χώρα χάνεται στη στροφή που πέρνει το πλοίο
και μένω να κοιτώ τα ευτύχως ακόμα μαύρα σύννεφα .
Αγνοώ το μπλε που ξεπετάγεται και ανοίγει από εδώ και από εκεί .
Η μαγεία των ανατολών έχει χαθεί , η ομορφιά τους με βασανίζει μεγαλώνοντας .
Τώρα πια αποζητώ ηλιοβασιλέματα και νύχτες ,
αστέρια που θα ξαναδώ σε τρεις μήνες .
Τουλάχιστον η θάλασσα μπροστά μου αποκτά ένα όμορφο μαύρο-ασημί καθώς το πλοίο κινείται ήσυχα , και ελπίζω αργά , πάνω στο νερό.
Δευτέρα 2 Μαΐου 2016
Μαύρη Πεταλούδα
Είδα τα μάτια τους
γεμάτα δάκρυα
Είδα στα χέρια τους
γραμμένο πόνο
είδα τα χείλη τους
χαραγμένες λέξεις οργή - σιωπή
κουβέντες
που δεν ειπώθηκαν
και όμως
πάνω στο κύμα
Πόνος - αναστεναγμμός
Παρατημένος.
Λίγο πιο κάτω
Εκεί που δεν υπάρχει ανάσα και σου κόβεται
φωτιά
μέσα σου και έξω σου
στους πνεύμονες
μέσα στο θρόισμα του κύματος
ουρλιάζουν ψυχές
όπως τα δέντρα όταν πεθαίνουν .
Δεν τις ακούς
Είναι μονάχα βουητό ο ήχος
κάλυψη συνειδητή των τύψεων
Θόρυβος πλήρης του νερού
στο μυαλό σου
ίδιος της ανεμοδαρμένης αιχμής
στο βουνό.
Βάζεις τα χέρια σου
στα μάτια τα κλειστά
μπαμπάκια
μέσα στα αυτιά σου
Υπέρμετρους λαρρυγισμούς φωνές
απ’ τις χορδές σου
που ξέρουν να λένε
για την χρυσή καρέκλα
την παγωμένη
και όλα γύρω της
Φλεγόμενα
Τίποτα να μην παιρνά.
Πετάς χαλίκια
πάνω στην κοπή των βράχων
γύρω απ ‘τις φλόγες
ίσως και μέσα τους
μόνο όταν ακούς
για τα λεφτά σου
που ούτε καν τα ‘χεις
Γάιδαρε
και λες ότι κάτι έκανες
μέσα στην ιδιοτέλεια σου
ουρλιάζοντας για τις συνωμοσίες
που μυρίστηκες
καθώς έσκυβες το κεφάλι .
Κι είπες
να κλάψεις πονεμένος
τα πούλια
που δεν θα δουν Σεπτέμβρη για να φύγουν
μα ούτε καν να ’ ρθουν
να νιώσουν
Πρωτομαγιά.
Κλάψε
Όταν ακούς για βόμβες
Για ανθρώπους που τρέχουν
πόνος
φόβος - αλάτι
που ρίχνουν
σε ανθρώπους - σαλιγκάρια
σε σένα
που έχεις κρυφτεί
στο κέλυφός σου
μεχρι να σε χτυπήσουν
Απροειδοποίητα
άσπονδοι φίλοι - εχθροί
όλοι είναι το ίδιο .
Κλάψε
Κλάψε για όλα
για τους αθώους νεκρούς
στις πόλεις
τους φίλους
που σου πλασάρουν
Μόνο το δάκρυ αυτών των αθώων θα δεις
Όχι των άλλων
των πάμπολλων άλλων
ή και των λίγων
ακόμα και των αιώνιων
δήθεν εχθρών .
Μαύρη πεταλούδα
Εσύ
Που θα πεθάνεις σε μια μέρα
Σήκω
Άνοιξε τα κομμένα φτερά
Και πέτα
για όσο σου’ μεινε
όχι για σένα
Μα για τις κάμπιες στο κουκούλι σου
Σήκω .
Κυριακή 1 Μαΐου 2016
Για κάθε φορά
Είναι για τις φορές που λίγο πολύ νιώθουμε κενοί , Όλοι .
Είναι για τις φορές που η δυστυχία σου είναι τόση πολλή που τελικά δεν φτάνει να καλύψει .
Είναι για το πρωί που αψήφησες την ομορφιά της μέρας , την δύναμη του υπέροχου , την ύπαρξη του καλύτερου , του πνεύματος , του θεού.
Είναι για τις φορές που είτε εσύ είτε ο ύπνος σου, χαθηκατε στην ανασφάλεια.
Είναι για την μέρα που άρχισες να καταλαβαίνεις πως όταν είσαι μόνος ,
Ξεχειλίζει το άγχος και ο φόβος από παντού μέσα σου ,
πως πια διασκορπίζεται παντού ,
στον χώρο ,
στο πνεύμα ,
στην ψυχή και την ουσία σου ,
στα κείμενα , ερωτικά και μη,
στις αυτοκαταστροφικές σου σκέψεις , εκείνες που κάποιοι υποτίμουν ,
στο σκίρτημα
το βλέμμα .
Είναι για το χάραμα που περίμενες την ανατολή
Και όμως ,
Όταν ο ήλιος σε έλουσε
Κατάλαβες ότι ποτέ δεν ήρθε , πως δεν τον ένιωσε να καίει
Πως χάθηκες ή χάθηκε στην διάδρομη .
Μη προχωρόντας
Τρόμαξα να κλείσω τα μάτια ,
να δω στο απέραντο εύρος του πεδίου του σκοταδιού μου ό,τι ποθώ ,
να γίνουν τα μάτια μου διάφανες αυλαίες .
Και όμως επιθυμώ τον Παράδεισο,
και το έχω δει και ίσως και νιώσει , αν μου επιτρέπετε ,
πως η εύρεση του Παραδείσου
είναι για τους πολύ γενναίους ,
ή τους πολύ δειλούς .
Δεν είμαι τίποτα απ ' τα δύο .
Θαυμάζω τους γενναίους ,
Νιώθω και λίγο τους δειλούς και τους πονάω .
Λάθος αναζήτηση , μικρή προσδοκία ,
Αν και βέβαια στην κίνηση μεγάλη .
Την χαρακτηρίζει η δράση της αιώνιας αδράνειας .
Γίνομαι επανάληψη ,
μια μεταμορφωμένη πια , παρόμοια όμως στασιμότητα .
Έχω κολλήσει με τους εξερευνητές και την θλίψη τους .
Και όποιος κατάλαβε κατάλαβε .
Νιώσε με σε ένιωσα
Απλώνω το χέρι μου κοντά της και γραπώνεται απότομα ,
Και άξαφνα νιώθω ,
σαν ρεύμα και φωτιά που καίει την ύλη ,
να διαπερνάει μέσα απ ' τα χέρια μας η θλίψη της ,
να καίει την ψυχή μου ,
χωρίς να καίει ,
απλά να ρίχνει φως και ζέστη ,
να νιώσω κάτι απ' τις στάχτες της ,
Να τσουρουφλάνε τα αποκαΐδια τις άκρες των δακτύλων του μέσα μου .
Αναμένοντας την αναγέννηση του φοίνηκα .