Τετάρτη 28 Δεκεμβρίου 2016

Για την ποίηση

Κι ένιωσα και μια λαχτάρα και κάτι βαθύ σαν κάψιμο
να νιώσω τις λέξεις καθώς νιώθουν, όπως νιώθουν , ό,τι νιώθουν
να βλέπω τα μάτια να λάμπουν και να κλαίνε και να πονούν
να κλείνω τα μάτια κι η πένα να τρέχει σε φύλλα και σε χαρτιά
τετράδια, σκοτεινά δωμάτια , βαριές κουρτίνες , σκόνη , λίγο φως στην γωνία
και εκεί στην μέση να στέκεται και να φτιάχνει εικόνες
        ο υλικός σωρός συναισθημάτων .
Όταν έπιασα το απόκομμα τους ,
δάκρυα ,
   Με καψε .

Σάββατο 3 Δεκεμβρίου 2016

Μέχρι το κάλεσμα

Γιατί λοιπόν
το ποίημα
να κρύβει πάντα θλίψη
γιατί και αυτό
και όλα τα πριν
και το επόμενο
θα κλαίνε μουσικά
Γιατί
να γράφουν ποιήματα μόνο οι δυστυχείς
και τότε
γιατί όχι όλοι
και εγώ γιατί
να λέω πως δεν είμαι
όταν
αυτή ίσως να ναι η δυστυχία μου
να θέλω να με πείσω
πως σφίζω από χαρά
πως
ο κόσμος που πονά
ίσως και να σωθεί
από μένα
τα μίζερα μου ποιήματα
τα γέλια τις φωνές
τους έναρθρους αθόρυβους τους λαμπερούς στα μάτια ήχους
Εντύπωση φωνής
όταν
φοβάμαι πως τα πάντα
"Ματαιότης ματαιοτήτων " λένε
Και ουρλιάζουν μοναχά τους
κύματα που συγκρούονται , ανέπαφα
όταν
αγώνας είναι να με πείσω
πως είμαι  και εγώ άξια να ακούσω
και θα ακούσω
Το κάλεσμα από μακριά
της ελπίδας
να θέλει
να γραπωθεί κι από μένα
την μπλούζα μου
τα μαλλιά μου , ώστε
αν προχωρήσω αντίθετα
οι τρίχες που θα ξεριζωθούν
θα πονέσουν λίγο
οι τούφες που θα φύγουν
θα με ματώσουν
ίσως
και να πεθάνω από αιμορραγία .
Ελπίζω άλλωστε
να πεθαίνω από κάτι
και στην άλλη πλευρά .
Να πεθάνουμε
να αναστηθεί η θυσία .

Παρασκευή 4 Νοεμβρίου 2016

Θα έρθουν

Θα 'ρθουν
κι άλλες συννεφιασμένες μέρες
και άλλα δάκρυα θεόσταλτα
να ποτίσουν τα λουλούδια στον κήπο σου
κι άλλοι αέρηδες βοριάδες ,
να χτυπήσουν ορμητικά το λερωμένο τζάμι
Οι βροχές , το παγωμένο περβάζι του παραθύρου
Θα έρθουν
και  άλλα ποιήματα  κι άλλα βιβλία
Κι  άλλα πινέλα να πνίξουν τους μουσαμάδες στους τοίχους
Κι άλλα τραγούδια κι άλλες μουσικές
Και στίχοι
Να αντηχήσουν μονάχοι στο κενό σου
Και άλλες λέξεις , καρδιά μου
Να γεμίσουν άσκοπα τα χαρτιά,
Θα ' ρθουν σου λέω για σένα και για μένα
προτού μουσκέψουν τα κεριά μας απ ' τα δάκρυα ,
προτού
Πεθάνουν τα ποιήματα - πώς άραγε , ρωτάς -
προτού με θάψω και με κλάψω μοναχή μου
σε κολασμένο , μαρτυρικό Παράδεισο .

Πάντα
- να το θυμάσαι αυτό το άπειρο -
θα υπάρχει κάτι για να κλαις
Για να κρατάς
αιώνια την υπόσχεση
πως μένεις πάντοτε ίδια .

Πέμπτη 1 Σεπτεμβρίου 2016

Περίμενα

Περίμενα να σε δω να τρέχεις
να τρέμεις
μέσα στο χάος του κόσμου
τα πόδια που χτυπούν την άσφαλτο
τα αυτοκίνητα που δεν σταματούν
τα χέρια που σφίγγουν
αντί για χέρια και αγκαλιές
λαιμούς, καρδιές
τις κούτες στις γωνίες των εμπορικών
τα παγωμένα βλέμματα στα λεωφορεία
τα απρόσωπα ανύπαρκτα αόρατα ακορντεόν
και πλαστικά ποτήρια
τον μισοπεθαμένο σκύλο στο περίπτερο
τον οδηγό που βρίζει τον ζητιάνο
Περίμενα αλήθεια
Ματαιόδοξα
το βλέμμα σου
ίσως και μόνο την όψη των χεριών σου
να λικνίζονται δίπλα στο σώμα σου ρυθμικά
ήλπιζα
σε ένα γκρι πιο φωτεινό από εκείνων
Τα μάτια σου
Να λευκαίνουν λίγο , απαλά
Κρίμα
σε είδα
Και να τρέχεις και να τρέμεις
Προς την αντίθετη κατεύθυνση
Μαζί τους .

Πέμπτη 28 Ιουλίου 2016

Για τα ποίηματα που δεν θα ξαναγραφτούν

Βάλε τις λέξεις στην σειρά
τις σκέψεις
Προτού πάψεις να νιώθεις
Προτού
Αφεθείς σε ομοιοκαταληξίες
Σε στίχους
Που ακούγονται καλά .

Αυτός πονά,
Αυτή πονά
Εσύ και αυτές και αυτοί
Και όλοι πονούν
Και εγώ τι νιώθω ;
Φωνή που τρέμει
Πολεμικό
Χακί
Και μίσος που γεμίζει
Τα σωθικά σου
Και ό,τι κύλησε
Στην θέση του
Και εγώ το βλέπω
και εσύ το παίζεις
αυτοί - θρηνούν .
Αυτοκτονούν
Και αφήνουν
Και παίρνουν την ζωή
Και λένε
Πως είναι πρώτοι στην επίθεση 
- ο πόνος, βλέπεις, σε κάνει να ξεχνάς
πως πρώτος στον πόνο δεν έρχεται κανείς .
Ζητάς συγγνώμη
γιατί επέλεξες να γίνει η θυσία
θυσία στην θυσία
Που καυλώνεις , ανάθεμα
Με τα λεφτά που σου έρχονται
Όταν πουλάς το αίμα .
Όταν η χήρα βγάζει την μαντίλα για να ζήσει ,
Όταν βάζει φωτιά στα εκρηκτικά ,
Όταν πονάς και ζεις για μία σφαίρα ,
Όταν πνιγήκαν μες τα χημικά .
Και είμαι τυχερή
Και εγώ και εσύ και αυτός
Και εμείς και εσείς και αυτοί
Μα όχι όλοι
που ακόμα δεν γίναμε έρμαια
και θύματα
Εκεί που δεν τελειώνει
το ουρλιαχτό και ο πανικός
και εκεί που τελικά τους κυριεύει
Το ξέσκισμα της σάρκας .
Μαύρος χρυσος .
Πότε τελειώνει το αέναο μαρτύριο;
Πότε θα απελευθερωθούμε απόλυτα για ό,τι αγαπάμε ;
Πότε η ζωή μου δεν θα μου μοιάζει καλύτερα νεκρή;
Ποτέ καρδιά μου .
"Όταν τελειώσει ο πόλεμος θα σου γράφω πάλι ποιήματα ."
Ποτέ δεν θα σου ξαναγράψω ποιήματα .
Ποτέ .

Νορντόστ

Τουρτούριζε.
Χτύπαγε τα δόντια .
Έτρεμε
Σαν φύλλο.
Έτρεμε -όχι από το κρύο .
Ήταν ο τρόμος μάλλον ,
Το ουρλιαχτό
Μιας ψυχής που πέθαινε,
που ήταν ήδη νεκρή .
Γίνεται να ουρλιάζουν οι νεκροί;
Ίσως ,
Όταν τελικά σε κινεί το σώμα μοναχά
που άδειασε
Όταν κάθε συναίσθημα ξεχύθηκε από παντού
που κάθε πόνος
χάθηκε
που σε ταρακουνά η ύλη
όταν τα κύτταρα σου
τουλάχιστον , μονάχα αυτά
Θυμούνται τι πέρασες
Και δεν αφήνουν
Να ασφυκτιούν αυτήν την φορά
Πραγματικά
Και εσύ κι οι άλλοι .
Και όταν χάθηκε το φως σε ένα τζάμι ,
"Αντανακλούν" , είπε
το κενό βλέμμα κι ο θάνατος.
Και όταν δεν άντεχε
Να ξαναδεί
Το είδωλο που έσωσε
Που σκότωσε
Που πήρε κι άφησε ,
Που άφησε σε δέντρο
Με μια σκανδάλη
Την τελευταία του πνοή .
Και όταν
Το αέριο τους πλημμύρισε
Στερώντας τους και ύπνο και ζωή ,
Και όταν η βόμβα έσκασε ,
Και όταν το σώμα χάθηκε στο αίμα και στο χιόνι
Και όταν παντού γκρεμίζονταν νεκροί
Και η βροχή
μούδιαζε τους αγγέλους
Και όταν η αυλαία έπεσε
Και ο αέρας χάθηκε
Κι η μυρωδιά απ 'τα κόπρανα ξεχάστηκε εντελώς
Και όταν  και όταν  κι όταν
Ο ανθρώπινος εγκέφαλος δυσλειτουργεί μετά τα τρία λεπτά
Και πνίγεσαι
Απ ' την ίδια σου την γλώσσα
Εγώ γιατί είμαι ζωντανή;

Νόρντοστ.

Τρίτη 21 Ιουνίου 2016

Σωτηρία λοιπόν

Ή είμαι πραγματικά μεθυσμένη ή πραγματικά δυστυχής.
Τουλάχιστον είμαι ένα στα σίγουρα . Πραγματική .

Όχι όμως δυστυχής . Μόνο μελό .
Μαθαίνω για να μάθω .
Σώσε με.
Σώσε με από τον πόνο που βλέπω στις ψυχές τους.
Με πλυμμηρίζουν από ανάγκη.
Πραγματικού χαμόγελου.
Και ευτυχίας .

Σώσε με .

Δευτέρα 6 Ιουνίου 2016

Πνιγμός

Βάλε φωτιά σε ό,τι σε καίει λοιπόν ,
Μικρό το κακό
Κανένα το νόημα
Ήδη φλεγόμαστε
Μέσα μας και έξω μας
Παντού .

Τεντώνεις
Το δεμένο σου χέρι
Σκοινί που δένει τον λαιμό σου
Να κυνηγήσεις την σκιά που σε στοιχειώνει
Να αδράξεις
Την ευκαιρία

Τεντώνει το σκοινί
Νέα πληγή στον λαιμό σου.
Πνίγεσαι;

Τετάρτη 1 Ιουνίου 2016

Για λίγο χρώμα

Όταν τελικά μίλησες , την λάθος στιγμή και με τον λάθος τρόπο ,
Ήταν γιατί αποφάσισες να ακουστείς ,
θέλοντας και μη να ξεχωρίσεις .
Κι είπες , δυστυχώς, να γίνεις το μπλε -μωβ της λήθης
που αργά ή γρήγορα χάνεται
Όταν θα μπορούσες να γίνεις κόκκινο , αντισυμβατικό ,
Με ένταση
Με δύναμη ,
Ανάμνηση θερμή και όχι νοσταλγία ,
Το κόκκινο που μένει ,
Για να μείνεις .

Δεν έμεινες πουθενά και σε κανέναν.
Παρά μονάχα μέσα μου.
Για λίγο λάθος χρώμα .

Οι συλλογισμοί του προφανούς

Αναρωτιέμαι λοιπόν , τι πάει στραβά όταν όλα πηγαίνουν ίσια .

Ο άνθρωπος , φαίνεται , το έχει το μόνιμα ανικανοποίητο .
Όχι επειδή θέλει όντως περισσότερα . Είναι το ότι έχει , δυστυχώς, ανάγκη να επιθυμεί .Πρέπει να βρει τρόπο. Να στερηθεί , αν χρειαστεί , για να θελήσει .Δεν επαναπαύεται. Μπορεί ακόμα και να προξενήσει προβλήματα στον εαυτό του , να βρει μικροπράγματα που δυνητικά τον ταλαιπωρούν για να τον ικανοποιήσουν , να καλύψουν την ανάγκη του για θλίψη . Ίσως επειδή η θλίψη είναι ο δυναμικός παρακινητής όλων των πραγμάτων , συναισθημάτων , ανθρώπινων σχέσεων και δημιουργίας . Ίσως πάλι επειδή η κάλυψη του έμφυτου μηχανισμού της επιβίωσης χρειάζεται κάποιας μορφής αγώνα , και εμείς , αιώνιοι μαζοχιστές , τον προκαλούμε .

Τελικά όμως
Η δυστυχία ,
εκείνη η αφόρητη θλίψη,
όταν χτυπήσει
γιατί θα το κάνει ,
Μας αφήνει αέναα κινούμενους
σε δυνάμεις
Που δεν μπορούμε να ελέγξουμε ,
σαν εκκρεμές ,
Και χτυπάμε ο ένας τον άλλον
Σαν να μην έχουμε επιλογή,
Απλά επειδή δεν έχουμε επιλογή.

Γιατί αυτά που λέω είναι ηλίθια γενικευμένα συμπεράσματα των δικών μου αυτοδημιούργητων προβλημάτων . Δεν ισχύουν , ή παύουν να υπάρχουν ,  και σαν πιθανότητες ακόμα μέσα στον ανθρώπινο πόνο και μέσα στον δήθεν φιλοσοφημένο ιδεατό κόσμο. Επειδή , ωστόσο, είναι περιοριστικό , άδικο και εγωιστικό να βάζουμε τον πόνο του καθενός σε ζυγαριά ή να τον μετράμε με ειδικό θερμόμετρο για να υπολογίσουμε αν υπάρχει , ποιά είναι η αξία του σε σχέση με των άλλων , ή την διαφορά του από το βαρίδι που έχουμε τοποθετήσει από την άλλη πλευρά , κάθε συναισθηματικό χάος ανθρώπου είναι υπολογίσιμο .

Αυτοδημιούργητο ή μη .
Ρεαλιστικό ή όχι .
Ακόμα και αν καλύπτει απλές ανάγκες ή ρομαντικούς αισθησιασμούς και πλάνα .
Και αυτό όχι επειδή ισχύει απαραίτητα .
Αλλά επειδή δεν μπορείς να υποτιμήσεις την σκέψη κανενός .
Γιατί δεν την έκανες εσύ , και δεν είσαι η σκέψη . Ούτε και θα υπάρξει ποτέ αυτούσια στο δικό σου κεφάλι , δεν θα μπορέσεις να την συλλάβεις με αυτά της τα μέτρα και τους ήχους που την συνοδεύουν , παρά μονάχα σε κάποια παρεμφερή της μορφή .
Μην δίνετε σημασία σε όλη αυτή τη σειρά συλλογισμών. Κοινοτυπίες , αερολογίες ή ανούσια λόγια , απλά και μόνο για να διευκολύνουν την δική μου εξαγωγή συμπεράσματος , την κατάληξη μου στο προφανές .

Κυριακή 22 Μαΐου 2016

Αθήνα

Αθήνα , πόλη αντίθεση ,
Φτιαγμένη μέσα από την μελαγχολία και την θλίψη
Συσσώρευση και εγκλεισμός των μόνιμα μαχόμενων ψυχών ,
Ομορφιά
Για την ευτυχία που φτιάξανε
Οι κήποι και τα λουλούδια των νοσταλγικών ,
Οι αγαπημένοι στίχοι των οραματιστών ,
Οι ζωγραφιές στους τοίχους των ονειροπαρμένων ,
Η λάμψη στα μάτια των ερωτευμένων .
Αθήνα ,
Εγκαταλελειμένη μέσα στην αδιαφορία και την ιδιοτέλεια ,
Υποτιμημένη έκρηξη χρωμάτων
Καθώς βλέπουν μονάχα γκρι και όχι τους διαφορετικούς σου τόνους
Αστείρευτος ενθουσιασμός είσαι ,
Για τα ηλιοβασιλέματα
Από τον Υμηττό και τις ταράτσες σου .
Χρώματα
Που κάνουν τον αέρα ασφυκτικά όμορφο και άσχημο ταυτόχρονα ,
Σκόνη αιωρούμενη
Οι σκέψεις των εκατομμυρίων σου ,
Αθήνα
Χάνεται κάποτε το θολό μωβ φως σου
Επειδή θα'θελαν
Να ήσουν αψεγάδιαστη .
Αθήνα ,
Οι άνθρωποι .

Σάββατο 21 Μαΐου 2016

Κάτι από τα μεταμεσονύχτια "σάμπως "

" Σάμπως όμως η θλίψη δεν είναι ο παρακινήτης της χαράς ; Η κινητήρια δύναμη που ωθεί  τον άνθρωπο στον άνθρωπο , το συναίσθημα στο συναίσθημα , την αγάπη στον φοβισμένο , τον δυνατό στον πληγωμένο , την βοήθεια στον αβοήθητο; Σάμπως αυτή η μελαγχολία η αυξανόμενη δεν είναι το σπρώξιμο στην δημιουργία , μία αστείρευτη πηγή έμπνευσης ; Σάμπως αυτό το μπέρδεμα δεν με έριξε με μεγαλύτερο  πάθος σε μία αγκαλιά , με μεγαλύτερη ανάγκη στην φωνή του αδερφού μου , με περισσότερη ενέργεια στις σελίδες και τα πινέλα ; ( Σάμπως δεν είναι περιοριστικό να θεωρούμε μοναχά τον πόνο , έμπνευση και δύναμη για την ανθρώπινη δημιουργία ; Σάμπως όμως , τελικά , δεν είναι τουλάχιστον , η ώθηση για το εντονοτερο ανθρώπινο άγγιγμα ;

Κυριακή 15 Μαΐου 2016

Κάπου στην μεταφορική αδράνεια

Είδες το σκίρτημα ;
Δεν ήταν ευχάριστο .
Άρχισα τις αναπνοές πάλι .
Μη με ρωτάς δεν ξέρω .
Ήθελα απλά να καταλάβεις τι εννοούσα όταν σου λεγα για αυτό.
Αν με ρωτήσεις τι είναι δεν θα έχω τι να σου πω .
Μελαγχολία που ήταν βαρεμάρα και κούραση  , που έγινε άγχος , που έγινε ανασφάλεια , που έγινε φόβος  , πανικός .
Ηρέμησα μετά , πήρα ένα βιβλίο και διάβασα , για να επικεντρωθώ και στην πραγματικότητα .
Ήθελα να δω τι είναι , αν είναι σοβαρό .
Το μόνο που κατάφερα είναι να καταλάβω οτι κάποτε ακούγεται χειρότερο
Και άλλοτε κάπως πιο ελαφρύ και ανούσιο .
Ίσως να φταίει που τα δένω όλα κόμπο ,
Που ξέρω να υπερβάλλω , να τρομάζω ,
Να γίνομαι απλώς γραφική , να εξαντλώ .
Με πείθω ότι φταίει ο Κάσσιος , ο cum και οι λανθάνοντες υποθετικοί
όταν είναι και δεν είναι
και λίγο πολύ με καταβάλλουν οι άνθρωποι
και κάπως οι σκέψεις φόβου που τους συνοδεύουν .
Είναι βαρετό να μιλά κανείς για πράγματα που προκαλεί μόνος του ε ;
Δεν χρειάζεται να το αρνείσαι .
Στο κάτω-κάτω έχω επιλογή.
Είναι σαν κανόνες που τους λες μέχρι να πείσεις τον εαυτό σου ότι είναι απόφαση και όχι καταπίεση, ότι είναι αλήθειες της ψυχής σου , αμετάβλητες .
Μην αφήνεις  κάθε συναίσθημα να ανθοφορεί μέσα σου όσο και αν  θέλεις ,
Παύε να χάνεσαι ,
Απόβαλε κάθε απαισιόδοξο ρεαλισμό ,
Μα και κάθε, ωστόσο, ρομαντισμό και αισιοδοξία ,
Στοιχεία των ονειροπαρμένων .
Εδώ πείστηκαν οι υπόλοιποι και έγιναν , τι σε κάνει να πιστεύεις ότι δεν θα γίνεις και εσύ;
Σκέψου επιφάνεια , σκέψου ασφάλεια , παρα τις αναταραχές και τις φουρτούνες , αναπνοή .
Μην υπεραναλύεις και υπερανάλυε
Μείωσε τα πάντα,  όπως συχνά κάνεις και με σένα την ίδια , ρίξε και ανθρώπους και ενοχή και τελειότητα ,
Και λάθος και σωστό ,
Και πόνο ορθό μακρια από επετείες
Και αποτέλεσμα και φόβο .
Μην ψάχνεις άλλο να βρεις τι από όλα δεν είναι αρκετό
Και τι σου λείπει και πού βρίσκεται -ξέχνα τα όλα .

Τι είναι όμως βασικότερο; Σταμάτα να σκέφτεσαι τα προηγούμενα , και μην τα κάνεις πράξη ποτέ .

Καινούργια ζάλη

Είναι μερικά βράδια που χάνομαι .
Με κατακλύζουν σκέψεις χωρίς σαφή προσδιορισμό .
Απλά έχεις ανάγκη να αφήσεις το μυαλό σου να τρέξει ,
Να ξεφύγει από τα προκαθορισμένα πλαίσια ,
Ουσία ανούσια , άνευ νόηματος ,
Με την μεγαλύτερη ωστόσο σημασία , την εντονότερη , ισχυρότερη ροή .
Σου έχει τύχει ;
Βοηθά . Όταν ζαλίζεσαι , τότε το να στροβιλιστείς αντίθετα γύρω απ ' τις σκέψεις σου και τον εαυτό σου είναι το μόνο που σε επαναφέρει . Έχεκς ανάγκη και λόγη τρέλα ε;
Μην φοβάσαι , δεν βλάπτει , κάτι ξέρουν και τρελαίνονται οι τρελοί .

Είναι μερικά βράδια που χάνομαι .
Εκείνες τις νύχτες όλα μέσα μου τρέμουν .
Τίποτα δεν έχει λογική .
Επαναλαμβάνεται στο μυαλό μου αδιάκοπα
Η πιθανή απόλυτη συντριβή .
Είναι τόσο έντονη , αυθόρμητη και συνεχής , λες και με ελκύει .
Κάθε φορά καινούργια , διαφέρει σε βαθμό και υπερβολή από την προηγούμενη
προ δευτερολέπτων εκδοχή της .
Αν σου συμβεί, τότε πρόσεχε .
Να τις φοβάσαι εκείνες τις ώρες .
Ξεχνάς να γυρίσεις από την άλλη και να περιστραφείς κανονικά .
Τότε ζαλίζεσαι και πέφτεις .
Εκείνες τις ώρες η πτώση δεν έχει τέλος
Και συνειδητοποιείς
Ότι κάνουν λάθος οι τρελοί και τρελαίνονται
Και ξέρουν που φωνάζουν ,
Γιατί αβάσταχτη τελικά
Είναι συχνότερα η βαρύτητα ,
Το φορτίο του να επαναλαμβάνεται ατέρμονα και αναπάντητα
Ένα απροσδιόριστο σύμπαν .

Πες μου ποιον φόβο αγάπησες πάλι;

Στιγμή κατακλυσμού

Είδα ακροδάκτυλα που στάζαν χρυσόσκονη και αποχρώσεις
Σκοτάδι ,
Και όλη η λάμψη εκεί,
σε αυτά τα χέρια που τρίβανε χρώμα ολόγυρα
στο χάος του απόλυτου σκότους και της ανυπαρξίας ,
χρώμα σε κάθε του μορφή,
Χρώμα σε σκόνη , νερό , αέρα και μπογιά ,
Ακόμα και χρώμα σε μαντήλια και άνθη και λέξεις .
Και έφτιαχνε κόσμο το χρώμα και η λάμψη του ,
έφτιαχνε ουσία και συναίσθημα  ,
τίποτα που να' ναι ύλη ,
μία ανύπαρκτη διάσταση ,
Μία επιπλέον
Ή και λιγότερη ,
Κάτι που λείπει από ο,τι υπάρχει γύρω μου .

Φτιάχνει την θλίψη κόκκινη ο χίμμαρος αυτός ,
Να 'ναι βίαιη , δυναμική και με ένταση ,
ίσως και αβάσταχτα  αισιόδοξη
Κάτι μικρό απο επανάσταση και κίνημα .
Φτιάχνει έναν κόσμο ολόιδιο
Φτιάχνει ομοίωμα ,
Ένα μικρό άπειρο πνευματικής υπόστασης
μία ανέλεητη πομπή συναισθημάτων
Η ανυλοπόγιστη αξία των ψυχών .
Εκεί θυσιάστηκα λοιπόν ,
Στο χρώμα που είδα
Στις αόρατες λέξεις του .

Τρίτη 3 Μαΐου 2016

Μαύρη - ασημί μελαγχολία μου

Μην την αφήσεις να σου φύγει.
Μην αφήσεις την μελαγχολία της στιγμής να χαθεί.
Μην αφεθείς στην νύστα σου ρισκάροντας να ξεχάσεις το πρωτόγνωρο συναίσθημα της πιο ευχάριστης θλίψης που θα τύχεις πότε .


Αυτές είναι οι πιο όμορφες ώρες .
(Σου ) γράφω πάλι απ ' ανάγκη , η ώρα πέντε το πρωί .....
Ήταν στο ραδιόφωνο , 5:20 -5:30 , ο Σιδηρόπουλος , γνωστή μελαγχολία στην φωνή , αράδιασε τις λέξεις του με τον πιο ευχάριστο τρόπο .
Όταν μπαίνεις στην χώρα και αρχίζεις να διασχίζεις με το αυτοκίνητο τα στενάκια , κάτι από την ομορφιά χάνεται .
Εκτός και αν  τα περπατήσεις .
Τότε μάλλον πολλαπλασιάζεται , μετατρεπόμενη σε απρόσμενη χαρά,
γίνεται η λύτρωση όλου του βάρους που ένιωθα πως κουβαλούσα μέχρι και το πρώτο λεπτό αφότου ξύπνησα .
Φυσικά και δεν κατέβηκα από το αυτοκίνητο .
Δεν έχω λυτρωθεί .
Τελευταία δεν λυτρώνομαι , αφήνομαι και προσπαθώ να κρατηθώ.
Αφήνομαι προσπαθώντας να κρατηθώ, να πιαστώ.
Αυτές τις μέρες γραπώθηκα από το σκοινί.
Νιώθω όμορφα για τις έξι μέρες που πέρασαν , όχι επείδη ήταν όμορφα στην διάρκεια τους , αλλά επείδη δόθηκα .
Δόθηκα στα χέρια τους . Ημερών και ανθρώπων.
Γλίστρησα από τα δεσμευτικά.
Και τώρα , που πήγε έξι παρά και ο ουρανός φωτίζεται , δεσμεύομαι από το φως της μέρας .
Η χώρα χάνεται στη στροφή που πέρνει το πλοίο
και μένω να κοιτώ  τα ευτύχως ακόμα μαύρα σύννεφα .
Αγνοώ το μπλε που ξεπετάγεται και ανοίγει από εδώ και από εκεί .
Η μαγεία των ανατολών έχει χαθεί , η ομορφιά τους με βασανίζει μεγαλώνοντας .
Τώρα πια αποζητώ ηλιοβασιλέματα  και νύχτες ,
αστέρια που θα ξαναδώ σε τρεις μήνες .
Τουλάχιστον η θάλασσα μπροστά μου αποκτά ένα όμορφο μαύρο-ασημί καθώς το πλοίο κινείται  ήσυχα , και ελπίζω αργά , πάνω στο νερό.
Αυτές είναι οι καλύτερες ώρες .
Γλυκοχαράζει η χαραυγή ....

Δευτέρα 2 Μαΐου 2016

Μαύρη Πεταλούδα

Είδα τα μάτια τους
γεμάτα δάκρυα
Είδα στα χέρια τους
γραμμένο πόνο
είδα τα χείλη τους
χαραγμένες λέξεις οργή - σιωπή
κουβέντες
που δεν ειπώθηκαν
και όμως
πάνω στο κύμα
Πόνος - αναστεναγμμός
Παρατημένος.
Λίγο πιο κάτω
Εκεί που δεν υπάρχει ανάσα και σου κόβεται
φωτιά
μέσα σου και έξω σου
στους πνεύμονες
μέσα στο θρόισμα του κύματος
ουρλιάζουν ψυχές
όπως τα δέντρα όταν πεθαίνουν .

Δεν τις ακούς
Είναι μονάχα βουητό ο ήχος
κάλυψη συνειδητή των τύψεων
Θόρυβος πλήρης του νερού
στο μυαλό σου
ίδιος της ανεμοδαρμένης αιχμής
στο βουνό.
Βάζεις τα χέρια σου
στα μάτια τα κλειστά
μπαμπάκια
μέσα στα αυτιά σου
Υπέρμετρους λαρρυγισμούς φωνές
απ’ τις χορδές σου
που ξέρουν να λένε
για την χρυσή καρέκλα
την παγωμένη
και όλα γύρω της
Φλεγόμενα
Τίποτα να μην παιρνά.
Πετάς χαλίκια
πάνω στην κοπή των βράχων
γύρω απ ‘τις φλόγες
ίσως και μέσα τους
μόνο όταν ακούς
για τα λεφτά σου
που ούτε καν τα ‘χεις
Γάιδαρε
και λες ότι κάτι έκανες
μέσα στην ιδιοτέλεια σου
ουρλιάζοντας για τις συνωμοσίες 
που μυρίστηκες
καθώς έσκυβες το κεφάλι .
Κι είπες
να κλάψεις πονεμένος
τα πούλια
που δεν θα δουν Σεπτέμβρη για να φύγουν
μα ούτε καν να ’ ρθουν
να νιώσουν
Πρωτομαγιά.

Κλάψε
Όταν ακούς για βόμβες
Για ανθρώπους που τρέχουν
πόνος
φόβος - αλάτι
που ρίχνουν
σε ανθρώπους - σαλιγκάρια
σε σένα
που έχεις κρυφτεί
στο κέλυφός σου
μεχρι να σε χτυπήσουν
Απροειδοποίητα
άσπονδοι φίλοι - εχθροί
όλοι είναι το ίδιο .
Κλάψε
Κλάψε για όλα
για τους αθώους νεκρούς
στις πόλεις
τους φίλους
που σου πλασάρουν
Μόνο το δάκρυ αυτών των αθώων θα δεις
Όχι των άλλων
των πάμπολλων άλλων
ή και των λίγων
ακόμα και των αιώνιων
δήθεν εχθρών .

Μαύρη πεταλούδα
Εσύ
Που θα πεθάνεις σε μια μέρα
Σήκω
Άνοιξε τα κομμένα φτερά
Και πέτα
για όσο σου’ μεινε
όχι για σένα
Μα για τις κάμπιες στο κουκούλι σου
Σήκω .

Κυριακή 1 Μαΐου 2016

Για κάθε φορά

Είναι για τις φορές που λίγο πολύ νιώθουμε κενοί , Όλοι .
Είναι για τις φορές που η δυστυχία σου είναι τόση πολλή που τελικά δεν φτάνει να καλύψει .
Είναι για το πρωί που αψήφησες την ομορφιά της μέρας , την δύναμη του υπέροχου , την ύπαρξη του καλύτερου , του πνεύματος , του θεού.
Είναι για τις φορές που είτε εσύ είτε ο ύπνος σου,  χαθηκατε στην ανασφάλεια.
Είναι για την μέρα που άρχισες να καταλαβαίνεις πως όταν είσαι μόνος ,
Ξεχειλίζει το άγχος και ο φόβος από παντού μέσα σου ,
πως πια διασκορπίζεται παντού ,
στον χώρο ,
στο πνεύμα ,
στην ψυχή και την ουσία σου ,
στα κείμενα , ερωτικά και μη,
στις αυτοκαταστροφικές σου σκέψεις , εκείνες που κάποιοι υποτίμουν ,
στο σκίρτημα
το βλέμμα .
Είναι για το χάραμα που περίμενες την ανατολή
Και όμως ,
Όταν ο ήλιος σε έλουσε
Κατάλαβες ότι ποτέ δεν ήρθε , πως δεν τον ένιωσε να καίει
Πως χάθηκες ή χάθηκε στην διάδρομη .

Μη προχωρόντας

Τρόμαξα να κλείσω τα μάτια ,
να δω στο απέραντο εύρος του πεδίου του σκοταδιού μου ό,τι ποθώ ,
να γίνουν τα μάτια μου διάφανες αυλαίες .
Και όμως επιθυμώ τον Παράδεισο,
και το έχω δει και ίσως και νιώσει , αν μου επιτρέπετε ,
πως η εύρεση του Παραδείσου
είναι για τους πολύ γενναίους ,
ή τους πολύ δειλούς .
Δεν είμαι τίποτα απ ' τα δύο .
Θαυμάζω τους γενναίους ,
Νιώθω και λίγο τους δειλούς  και τους πονάω .
Λάθος αναζήτηση , μικρή προσδοκία ,
Αν και βέβαια στην κίνηση μεγάλη .
Την χαρακτηρίζει η δράση της αιώνιας αδράνειας .
Γίνομαι επανάληψη ,
μια μεταμορφωμένη πια , παρόμοια όμως στασιμότητα .
Έχω κολλήσει με τους εξερευνητές και την θλίψη τους .

    Και όποιος κατάλαβε κατάλαβε .

Νιώσε με σε ένιωσα

Απλώνω το χέρι μου κοντά της και γραπώνεται απότομα ,
Και άξαφνα νιώθω ,
σαν ρεύμα και φωτιά που καίει την ύλη ,
να διαπερνάει μέσα απ ' τα χέρια μας η θλίψη της ,
να καίει την ψυχή μου ,
χωρίς να καίει ,
απλά να ρίχνει φως και ζέστη ,
να νιώσω κάτι απ' τις στάχτες της ,
Να τσουρουφλάνε τα αποκαΐδια τις άκρες των δακτύλων του μέσα μου .
      

                                                           Αναμένοντας την αναγέννηση του φοίνηκα .

Τρίτη 22 Μαρτίου 2016

Τυχαίο ημερολογιακό μιας νοθευμένης ουτοπίας

Είχα τα μάτια μου στραμμένα στον ήλιο , όπως πάντα έκανα, ακόμα και αν ήταν με το ζόρι , ή σε  μια προσπάθεια  να με πείσω ότι είμαι αισιόδοξη και το να τον κοιτάω κάτι δικό μου. Όταν όμως ο ήλιος έφυγε αφήνοντας μοναχά μερικούς διάσπαρτους τόνους και σκιές τεχνητού φωτος , έμεινα μοναχά με το κύμα , ένα θολό φεγγάρι , κάποια σύννεφα καπνού και την σειρά από φώτα να αχνοφαίνονται στο βάθος, θυμίζοντας μου ότι κάπου εκεί στην θολούρα και το σκοτάδι βρίσκεται η Ζάκυνθος , οι αγαπημένοι , ο Άγιος .
      Θυμήθηκα εκείνη την νύχτα που μέσα σε μελαγχολία και θυμό με ενέπνευσε κάτι από τον Κάλβο στην οροφή και ίσως η όψη του δρόμου μέσα από το βρεγμένο τζάμι του αυτοκινήτου . Αράδιασα μερικές λέξεις για να μην φύγουν , τελικά κατέληξαν σε δύο σελίδες αποτυχημένης δήθεν ποίησης και ύστερα βρέθηκα στο δέος και τον τρόμο που μου προξενούσε το θέαμα της θάλασσας καθώς έσκαγε πάνω στο πλοίο , μεταφέροντας με στην πηγή του χάους μου , το μόνο μέρος που θέλω και ταυτόχρονα δεν θέλω να είμαι , εκεί όπου οι άνθρωποι ξέρουν τόσο καλά να με κρατούν , άλλες φορές όμως απλά να με απομακρύνουν με τον καλύτερο για τις τύψεις τους τρόπο , με εκείνον της δικής μου φυγής . Ξέρω να το βάζω στα πόδια , ή τέλος πάντων το μαθαίνω πολύ καλά τελευταία .
     Όταν ήμουν μικρή και έβρεχε ενώ ήμουν στο αυτοκίνητο , επικεντρωνόμουν στις σταγόνες πάνω στο παράθυρο , ενθουσιασμένη από την θολούρα του τζαμιού και τις καρδούλες που μπορούσα να ζωγραφίσω . Προσπαθούσα να μετρήσω τα δάκρυα βροχής , χάραζα με  το δάκτυλό μου υποθετικές διαδρομές που θα ακολουθούσαν όταν θα κυλούσαν σαν μικρογραφία ποταμού  και , ύστερα , παρατηρούσα την έλξη μεταξύ τους , πώς οδηγούνταν όλες στο ίδιο σημείο , ενωνόντουσαν οι δύο σε τέσσερις , οι τέσσερις σε πέντε και επτά και πάει λέγοντας . Όλες ήταν μια πυκνή μάζα θολού νερού που γίνονταν μικρός χείμαρρος , οδηγούμενη λίγο πιο γρήγορα στην κατεύθυνση που ούτως ή άλλως θα ακολουθούσαν : κάτω . Κάτω  , αν και βρίσκονταν εκεί η σχισμή  στο αυτοκίνητο , κάτω , αν και υπήρχε το εξωτερικό πόμολο της πόρτας , κάτω , αν και θα κατέληγαν στις  λακούβες της εγνατίας . Κάτω , σαν ανθρώπους που κυλούν μέσα στην δυστυχία τους και την μοναξιά τους , που έλκονται από τον πόνο , και αντί η συνολική συνδυασμένη τους μελαγχολία να ξελαφρώσει τις ψυχές τους , το βάρος της πολλαπλασιασμένης καταστροφής , της εγκαταλελειμένης έκρηξης κενών ή παραγεμισμένων με πόνο ψυχών , να τους έκανε να συνειδητοποιήσουν πως αυτό το ενδιαφέρον που θα τους ανέβαζε ήταν ρεύματα με κοινή κατεύθυνση και ορμή , ρεύματα που ενώθηκαν για να οδηγηθούν στο ίδιο σημείο. Η σύγκρουση αντίθετων κατευθύνσεων , ψυχρού και καύτου - καμμένου μάλλον -  μικρής και μεγάλης ορμής , ίσως κάτω από προΰποθέσεις , να άλλαζε , να αποπροσανατόλιζε , να τους πήγαινε και λίγο προς τα ανατολικά, τουλάχιστον την ανατολή του καθενός . Γκρεμισμένη , νοθευμένη ουτοπία .
     Ακόμα δεν έχω εντοπίσει την φύση μου , και έχω αρχίσει να φοβάμαι πως έχω ρισκάρει τον καθορισμό μου με λαθεμένες επιλόγες . Μπορεί και να έχω επενδύσει λάθος ή να μην επενδύω αρκετά , να είναι λάθος οι συνθήκες , η θέληση , η κατεύθυνση , η γενική σκέψη . Μπορεί και να με έχω πείσει ή να μην έχω ακόμα πειστεί , να άλλαξα προτού δοκιμαστώ στα επιλεγμένα , να βλέπω πολύ πιο  μακριά , ή να περιορίζω το οπτικό μου πεδίο , να θέτω εμπόδια , φόβους και φραγμούς , να είμαι αναποφάσιστη , να μην ειναι η ανάγκη αρκέτη , να τρέμω αντιδράσεις . Ίσως  να μην ξέρω τι είμαι ή και να ξέρω πολύ καλά αλλά να μην το δέχομαι , να είμαι περισσοτέρα από όσα θα έπρεπε ή και πολύ λιγότερα από όσα θέλω . Θα θελα να μαι πολλά πιο πάνω από όσα μπορώ . Μπορεί και να μαι θύμα εντυπώσεων , μοδών και στερεοτύπων , ή και καθοδηγητής και πολυπράγμων , ονειροπαρμένη , αισιόδοξη , αφελής και κακομαθημένη . Πρέπει να δω που βρίσκομαι , που σπαταλώ και δύναμη και κόπο και ζωή . Μπορεί τελικά να υπάρχει το " δεν υπάρχει δεν μπόρω , υπάρχει δεν θέλω " και το " δεν γεννιέσαι , γίνεσαι " . Διάλεξε όμως . Ήδη δεν το ζεις αρκετά , δεν ζεις την ζωή αρκετά , τρομάζεις από το ρίσκο και την αποτύχια και ποτέ δεν το ζεις . Έχασες χρόνο σε ότι ήταν να καθορίσει την συνέχεια και πάντα το αποφάσιζες πολύ μετά , πολύ αργότερα της απόφασης .
     Τελευταία πραγματοποιώ με απόλυτη επιτυχία αυτό που έκανα πάντοτε εδώ και χρόνια : κόλλησα στο λαβύρινθο , αφέθηκα στα ουτόπικα μου πλάνα , ζω για ένα μέλλον που ίσως και να μην βιώσω ποτέ .

    Λένε πως έτσι προχωράς .